Ohm

Καταραμένα Στιγμιότυπα Και Τέτοια

Morning wood pages #4 Μαΐου 22, 2012

Filed under: Διάφορα — Θρώγκος @ 2:31 πμ
Tags:

Δύο και πέντε: ο χρόνος τρέχει ανενόχλητα. Καθώς τα δευτερόλεπτα σπρώχνουν τους δείκτες των ψηφιακών ρολογιών, ο ήλιος γυρίζει μεθυσμένος γύρω από τη γη που μπαλατζάρει με ταχύτητα φωτός (λογικό) αλλά με καμία ελπίδα για ανάσα. Στις θάλασσες που ανοίγονται κάθετα στον κόσμο αυτό, τα ψαράδικα απλώνουν και μαζεύουν τα δίχτυα τους με τρόπο πανάρχαιο και με μια αυταπόδεικτη επιτυχία, χιλιάδες τράτες μικρές και μεγάλες σέρνουν τα νυφικά τους φορέματα ξύνοντας τον πάτο των ωκεανών όπως μου ξύνεις την πλάτη όταν σε παρακαλάω κι ας μη με τρώει ιδιαίτερα. Τα ενεργά ηφαίστεια σήμερα κοιμούνται: βλέπουν όνειρα γεμάτα καταπράσινες πλαγιές, και προσπαθούν με τα πυρωμένα χέρια τους να χαϊδέψουν τους ανθρώπους, αυτά τα μικρά μυρμήγκια που τόσο χαίρονται με τη φωτιά αλλά δεν τολμούν να την ακουμπήσουν (όμως μερικές φορές τολμάει αυτή).

Δεν προλαβαίνουμε να οργανωθούμε· το παιχνίδι έχει στηθεί, και είναι οριοθετημένο από γιγάντιες οροσειρές που σχίζουν τον ορίζοντα και αστράφτουν καθώς ορειβάτες γυαλίζουν της προσόψεις τους κρεμασμένοι σαν επαγγελματίες καθαριστές ουρανοξυστών. Κάποια δέντρα προτιμούν να απλώνονται οριζόντια στο έδαφος, γέρνουν αισθαντικά σαν τις κυράτσες απά στα πιάνα όταν θέλουν να το παίξουν ντίβες, ενώ άλλα χώνονται στο υπέδαφος σαν γεωτρύπανα και ψάχνουν σπηλιές να γαργαλήσουν· όλα όμως σφίγγουν το χώμα, λες και το στραγγίζουν όπως τα ρούχα της μπουγάδας, και δεν το αφήνουν με τίποτα. Καθώς το ανακατεύουν και το χτενίζουν, αυτό κατρακυλάει και ταξιδεύει στις βουνοπλαγιές αρπάζοντας βράχια στο διάβα του, τα οποία τα στοιβάζει σε γιγάντια μενίρ, σχεδόν σαν ανθρωπόμορφα.

Ο χρόνος είναι σαν ένα ποτάμι: μπορείς να μπεις μια φορά μέσα και να ξαναβγείς, να κάνεις μπάνιο και να ξεβγάλεις το αλατισμένο σου μαλλί ή να πλύνεις τα ρούχα σου. Είναι πλοηγήσιμος, αρκεί να έχεις το κατάλληλο ποταμόπλοιο, ή τουλάχιστον μια σάπια μαούνα που πλημμυρίζει πιο αργά απ’ όσο την αδειάζεις με τον κουβά. Κυλάει αργά και φιδογυριστά, σε ατελείωτες πεδιάδες γεμάτες μαμούνια και ποντίκια, και χύνεται σε μια τεράστια χρονοθάλασσα όπου τα ρεύματα μπορούν να σε πάνε από οποιοδήποτε μέρος σε οποιοδήποτε άλλο, σαν ένα γιγάντιο φιδάκι χωρίς σκάλες. Η μάχη του ανατέλλοντος ηλίου με τα ποταμίσια κύματα συνήθως κρίνεται ισόπαλη, αλλά πολλές φορές καταλήγει σε απρόβλεπτα αποτελέσματα, ξέμπαρκες λίμνες διεστραμμένα δέλτα, ενώ πολλές φορές οι ποταμοί εισβάλλουν στον ουρανό παρασέρνοντας κομμάτια γης και κρύβουν το ήλιο προσπαθώντας να κυλήσουν μια και καλή στο διάστημα, να ενωθούν με τον μεγάλο γαλατένιο ωκεανό.

Τα ανθρώπινα μυρμήγκια, καθώς κρατιούνται από τα κλαδιά των δέντρων για να αντισταθούν στους βροχερούς μουσώνες, σιγυρίζουν το περιβάλλον τους με προσοχή, μόνο που τα μέτρα τους και τα σταθμά είναι μικρά κι αδύναμα, και συχνά πέφτουν από ψηλά και σπάνε σε χίλια κομμάτια. Το θρυμμάτισμά τους γίνεται λίπασμα για απέραντα χωράφια σπαρμένα με μικρά ξεροσπόρια που όμως μεγαλώνουν και γίνονται αδιαπέραστα δάση από αγκαθωτό βαμβάκι. Όταν τα ανθρώπινα μυρμήγκια θερίζουν, οι ξεστρατισμένοι ποταμοί γίνονται κολλώδεις από το χνούδι, και ο μεθυσμένος ήλιος πέφτει να κοιμηθεί με βεβαρυμένα βλέφαρα – και τότε έρχεται να πάρει τη θέση του το φεγγάρι, και λάμπει την ημέρα όσο περισσότερο μπορεί για να κλέψει την παράσταση.

Η ώρα φτάνει όμως που τα ανθρώπινα μυρμήγκια κλείνουν συμφωνίες με το διάβολο και πριονίζουνε τα πόδια τους, και με τα αποκολλημένα μέλη φτιάχνουνε φωλιές και καμάρες, και ιστούς που μαζεύουνε τα χνούδια από τον αέρα· και στολίζονται με το αγκαθωτό τους βαμβάκι, το εφαρμόζουν στους ώμους και στα πέλματά τους και γλιστρούν στους σκοτεινούς διαδρόμους που είναι εδώ και καιρό σκαμμένοι κάτω από ευλογημένες τοποθεσίες, και πριν ξυπνήσει ο ήλιος στήνουνε τρελά πανηγύρια με ξύλινες τάβλες για κρουστά και ξύστρες για έγχορδα, και ένα ένα τα φαναράκια τους σβήνουν πάνω στα κλαδεμένα δέντρα καθώς ξεμένουν από μελάσα. Και λίγο πριν ξημερώσει μαζεύονται όλα σε ένα κεντρικό σημείο και ξεχνούν τα αγκαθωτά βαμβάκια που έχουν πια ενσωματωθεί στους ώμους τους, και απαγγέλουν ψαλμωδίες που υμνούν την βραχυπρόθεσμη θέαση πάνω στον κόσμο, τα κοσμήματα από στεατίτη και τις βάρκες από τσόφλια αυγών. Και καθώς βγαίνει ο ήλιος χώνονται βιαστικά στο κατάστρωμα του ατμόπλοιού τους και ταξιδεύουν στον ποταμίσιο χρόνο ψάχνοντας την καινούρια μέρα που θα ανατείλει, ανεμίζοντας τις κεραίες τους προς πάσα κατεύθυνση αλλά κυρίως προς τα μέσα.

Advertisements
 

One Response to “Morning wood pages #4”

  1. Ανατρίχιασα πανάθεμά σε, μπράβο. Αγάπη μου, πάρε ένα αχλάδι.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s