Ohm

Καταραμένα Στιγμιότυπα Και Τέτοια

Το τσίπουρο Φεβρουαρίου 10, 2009

Filed under: Επιτύμβιοι,Κείμενα μεν Ποιήματα δέ — Θρώγκος @ 12:35 πμ

Δεν αξίζει

να πίνεις τσίπουρο με τον πατέρα σου

χαραμίζεται όλο σε ανούσιες συζητήσεις

περί επαγγελματικού προσανατολισμού

και άλλων καπιταλιστικών αηδιών

κρίμα

κι είναι τόσο ωραίο τσίπουρο.

Advertisements
 

4 Responses to “Το τσίπουρο”

  1. Phevos Says:

    α3ίζει όμως να πίνεις το τσίπουρο με σαφράν του μπαμπά. όταν απουσιάζει

  2. μήπως αξίζει ομως να συζητήσεις με τον πατέρα σου αφού έχετε πιεί κι οι δυό τσίπουρο(πολύ;). Εγώ θυμάμαι είχαμε κάνει μια πολύ ωραία κουβέντα πάνω στην παιδαγωγική και τα μονότροχα ποδήλατα η κάτι τέτοιο.

  3. ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ ΜΑΙΝΟΜΕΝΟΣ ΣΕ ΣΥΜΠΟΣΙΟ ΟΙΝΟ-ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΩΝ ΠΟΤΩΝ

    Τσίπουρος μαινόμενος σε συμπόσιο οινο-πνευματωδών ποτών.

    ΟΙΚΟΔΕΣΠΟΤΗΣ: ΟΙΝΟΣ

    ΣΥΜΠΟΣΙΑΖΟΜΕΝΟΙ: ΟΙΝΟΣ,ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ, ΟΥΙΣΚΗΣ

    ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ: Οίνε, καλά έκανες και κάλεσες στο σπίτι σου αυτόν εδώ τον ξεδιάντροπο εισβολέα από το βορά. Είναι καιρός τώρα που καίγομαι να του τα ψάλλω.

    ΟΙΝΟΣ: Σε παρακαλώ παιδί μου, μη φέρεσαι με αγένεια στον φιλοξενούμενό μας.

    ΟΥΣΚΗΣ: Οίνε, γιατί τον λες παιδί σου;

    ΟΙΝΟΣ: Και πώς να τον πω! Μήπως δεν το ξέρεις ότι από τα υπολείμματά μου τον γέννησα! Από τα κατακάθια μου και τις φλούδες που απομένουν από τους γονείς μου τα τσαμπιά!

    ΟΥΙΣΚΗΣ: Μωρέ ποτό να σου πετύχει. Καθαρό ποτό απόβλητων! Κι έχει το θράσος να με απειλεί πως θα μου τα ψάλλει κι από πάνω.

    ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ: Οίνε, δεν σου τά ’λεγα ότι είναι ξεδιάντροπος. Κύττα μωρέ ποιος βγάζει γλώσσα. Αυτός που έχει μάνα και πατέρα το κριθάρι. Την κατ’ εξοχήν τροφή για τα μουλάρια τις κότες και τους γαϊδάρους!
    Αλλά καλά να πάθουμε. Αυτή η φιλοξενία μας έφαγε. Τον δέχεσαι τον τύπο μετά χαράς στα μεγάλα σαλόνια σου και μετά σε βγάζει μέσα από το σπίτι σου σαν τον κλέφτη. Μωρέ καλά κάνανε εκείνο οι Αρβανιτάδες, που για να σε βάλουν μέσα στο σπίτι σου, σε περνούσαν πρώτα από πενήντα κόσκινα.

    ΟΙΝΟΣ: Παιδί μου, σε παρακαλώ συμμαζέψου. Σ’ έχουν που σ’ έχουν παρεξηγημένο, ότι θολώνεις τα μυαλά των ανθρώπων κι ότι τους αποζουρλαίνεις όταν σε τιμούν δεόντως. Αλλά θα μου πεις, εδώ παθαίνουν τέτοια από μένα που διαθέτω το τέταρτο από τα γράδα σου. Ρίξε σε παρακαλώ λίγο νεράκι στο οινόπνευμά σου, ν’ αραιώσει καμπόσο και να καλμάρεις.

    ΟΥΙΣΚΗΣ: Για πες μας τώρα Τσίπουρε, ποιο είναι το ζόρι κι ο νταλγκάς σου. Φαίνεται ότι μεγάλο μίσος φουσκώνει τα στήθια σου εναντίον μου!

    ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ: Έχεις το θράσος και το ρωτάς κακούργε. Σαν να μη ξέρεις ότι εδώ και σαράντα χρόνια με πέταξες έξω από κάθε ελληνικό σπίτι. Εμένα που πότιζα με το πνεύμα μου γενιές και γενιές Ελλήνων. Εμένα που κατάγομαι απ’ ευθείας από τον ένδοξο θεό του γλεντιού και του θεάτρου Διόνυσο.

    ΟΥΙΣΚΗΣ: Ε, φαίνεται ότι με βρήκαν οι Έλληνες καλύτερο από σένα.

    ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ: Καλύτερο; Τώρα μάλιστα. Βρε βρωμερέ μπομπατζή, που όταν σε πρωτοπίνει κανείς του βρωμάς σαν γαϊδουροκάτουρο, πώς γίνεται το κριθάρι να είναι υλικό καταλληλότερο από το σταφύλι για να κάνει κάποιος το ποτό του; Ή μήπως αν στη πατρίδα σου τη Σκωτία ευδοκιμούσε το αμπέλι, δεν θα το προτιμούσαν οι άνθρωποι, από την μάνα σου τη μουλαροτροφή, για να κάνουν τα ποτά τους;

    ΟΥΙΣΚΗΣ: Τότε γιατί έτρεξαν όλοι οι Έλληνες σε μένα κι εσένα σε βάλανε στη μπάντα;

    ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ: Εμ, τώρα ήρθε η ώρα να σου τα ψάλλω. Αλλά καλύτερα να τα ψάλλω σ’ αυτούς, γιατί εσύ δε φταις ο δόλιος. Συγχώρεσέ με σε παρακαλώ για όσα σου έσυρα. Άσε με όμως λιγάκι, για να τα ταιριάσω σε κανέναν κατάλληλο ήχο.
    Για τη συμφορά μου αυτή δεν φταίει τόσο ο κοσμάκης, όσο αυτοί οι ξιπασμένοι οι νεόπλουτοι και μικροαστοί, που σαν τις μαϊμούδες ξεσήκωσαν κάθε ευρωπαϊκή συνήθεια και μας την κουβάλησαν μέσα στον τόπο μας. Ούτε τα ξένα ρούχα άφησαν ούτε τις μουσικές ούτε τα σπίτια ούτε και τα φαγητά. Κι ανάμεσα σ’ όλ’ αυτά με πήρε και μένα ο ανεμοστρόβιλος, που κακιά ώρα να ’χουν οι κομπλεξικοί μπουρτζόβλαχοι.

    ΟΥΙΣΚΗΣ: Σάμπως κάπως υπερβολικά δεν τα λες μωρέ Τσίπουρε;

    ΤΣΙΠΟΥΡΟΣ: Υπερβολικά; Για πρόσεξε τι θα σου πω. Τις προάλλες ο Γιώργος της κυρά Δήμητρας έβαλε στοίχημα με τον Μήτσος της κυρά Τζένης (φτου σου καραβλαχάρα), ότι αν επισκέπτονταν δέκα τσομπάνηδες, οι επτά στο καλύβι τους θα είχαν ουίσκι. Μάλιστα οι επτά. Και το κέρδισε, γιατί είχαν οι οκτώ!
    Κι ο Στράτος της κυρά Μαρίκας, προχθές, όταν με έπινε, έλεγε ότι στη δουλειά που δουλεύει, μ’ άλλα τριάντα άτομα, εκτός από την αφεντιά του όλοι οι υπόλοιποι πίνουν κάθε βράδυ ουίσκια με τα μπουκάλια. Φαντάζομαι κύριε Ουίσκη το τι γέλιο πέφτει στην πατρίδα σου τη Σκωτία, όταν ακούνε ότι οι Έλληνες έρχονται πρώτοι σε κατανάλωση ουίσκι στην Ευρώπη. Το γέλιο της αρκούδας, έτσι.

    ΟΥΙΣΚΗΣ: Τι να σου πω συνάδελφε, έτσι που μου τα λες σαν να έχεις δίκιο. Εγώ πάντως δεν βλέπω να φταίω σε τίποτε. Αλλά ας μην απορείς και τόσο με τα καμώματα των ανθρώπων. Είπες ότι οι άνθρωποί σου μαϊμουδίζουν. Φαίνεται ότι λησμόνησες εντελώς ότι κατάγονται από τους πιθήκους και ότι θα τους πάρει πολύ καιρό ακόμη για να κόψουν τις κακές συνήθειες των προγόνων τους.

    Σταύρος Βασδέκης

    Διεύθυνση:
    http://www.athriskos.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=635&mode=&order=0&thold=0


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s