Ohm

Καταραμένα Στιγμιότυπα Και Τέτοια

Οι μαρμελάδες μου Ιουνίου 10, 2008

Λίγη φρέσκια ποίηση από το μανάβικο του κυρ Αντώνη κατευθεία.

_______________________________________________________________________

Κόκκινα τα μάτια μου σαν πισινοί φάροι αυτοκινήτων
κόκκινοι σαν εκρήξεις άστρων και βουνών με γλυμμένες κορυφές
γιατί στον απέναντι καθρέφτη
που καθρεφτίζει τον απέναντι καθρέφτη
βλέπω το άπειρο κι ακόμα παραπέρα.

Μια ακριβοθώρητη σπιούνα η φτερωτή κουρούνα
φτιαγμένη από άπειρα πούπουλα σε σχήμα αυγού
σε μένα θα τύχει και σ’ όποιον παραλείψει να κάνει τη θυσία
εκείνη με τα σπάργανα στη μήτρα
εκείνη την θυσία που ανοιγοκλείνει το μάτι στην αισθμαίνουσα καρδιά.

Κόκκινη και η πέτρινη ψυχή από τις ρόδινες αντίκες
στο χρώμα του ηλιοβασιλέματος
σε μένα που θα τρίψω το λάδι πάνω στο ξαποσταίνον θρανίο
και θα ανακαλύπτω λέαινες στα κοπάδια των μηρών.

Εντελώς μετανοιωμένη η αίθουσα με τα μεγάλα αίθρια
με τα αίθρια γεμάτα μάρμαρο και τους αδριάντες χρώματος ποικιλί
με τους γυάλινους πυλώνες με καπέλα στις άκρες των δοντιών τους
με ξώγαμα στις κορφές των δακτύλων τους για μπιμπελό
με ευερέθιστους πενηντάρηδες για τα αυτιά και τις ανάγκες τους.

Γεύση σαν βατόμουρο, πριν πατηθεί από τα πόδια των περαστικών
των διαπεραστικών οδοστρωτήρων που έχουν χρώμα σαν πλατίνα
σαν εξεγερμένος χρυσός ενάντια στο υπόκωφο βουητό ενός σεισμού
σαν κίνηση όχι φαράγγι
σαν προώθηση και όχι σαν γούβα με νερό λιμνάζον
ανά τους αιώνες.

Βρίσκομαι, εμένα μου λέτε, παρακαλώ κάντε λίγο πίσω
να περάσω; Γιατί με περιμένει το επόμενο του επομένου λεωφορείο με διάπλατες τις ρώγες του
να καταπιώ τα μυρωμένα σίδερα από κανέλα
τις ελαφριές ματωμένες κόρες ενός τσέμπαλου φτιαγμένου από λουλούδια ανεμώνης
ενός τρίχρωμου αετού που σιγοκαίει στις στάχτες ενός ψηλού δέντρου
που τα πέη θα ορθώνονται σαν τριζόνια
και τα δίχρωμα ρευστά θα ρέουν σαν πηγή κρέμας γάλακτος
που οι ιστορικές γραμμώσεις του δέντρου θα δένουν με το περίγραμμα ενός άστρου
και τα γεγονότα θα είναι μια σειρά από κηλίδες στο μαντήλι μιας παρθένος
των πανηγυριών.

Σε χωράφια σκούρας μπουκαμβίλιας τα πνευστά κυρτώματα μιας σακούλας πλαστικής αγορασμένης από σουπερμάρκετ
μια καρβουνιασμένη γέρικη τριανταφυλλιά θα απλώνει τους στημόνες σε ακίνητους κηφήνες
τα σώματα που κρυφογελούν σε σκοτεινούς κυκλώνες ελαιών
και δεν σταματούν να ρέουν ως τις εκβολές ποταμών αόρατων
χωρίς κανένα στόχο μεγάλης θάλασσας
με στόχο μικρής θάλασσας στο μέγεθος ενός κρεμμυδιού
τόσο ισχνής που καταπίνεται από οποιοδήποτε περιστέρι
τόσο ανάριθμης όμως που σαν συκώτι απλώνεται προς τα έξω και καταπίνει τα ακατάποστα
με βλάβη γενικής εγκράτειας
και στόχο απειρελάχιστη ύλη μαύρου άδειου μάγματος.

Δενόμαστε συνέχεια με τις τρίχες του χεριού μας
γιατί δε μας αφήνουν ήσυχους να σταυρώσουμε τα προαναφερθέντα σώματα
σε στοίβες σταριού ξεσταριασμένες αφημένες
σαν πύργος από χάρτινες σαΐτες
δε μας αφήνουν να κρεμαστούμε αναίτιοι
στο δοκάρι μιας παραπαίουσας πολυκατοικίας με κάτοικους φαντάσματα του σούπερ πουθενά
του σούπερ τίποτα
και δε μας αφήνουν καθόλου μα καθόλου να πάρουμε μια σάπια βάρκα
κατεβαίνοντας το ρέμα του Χαλανδρίου
μέχρι τα έγκατα των βουνών και των κοιλάδων
τα έγκατα της πυγμής και της σκηνής από δέρμα αρκούδας
που ακολουθεί μια καθόλου αόριστη πορεία προς τα εκεί που μας φέρνουν οι κίτρινοι δρόμοι
φτιαγμένοι από έλατα με τρόπο ανισομερή
οδηγούσα στο ταυτόχρονα έξω και βαθιά.

Μερικές νύχτες πυροτεχνημάτων οδηγούν στις κορυφές των βουνών της Αττικής
των φτιαγμένων εξολοκλήρου από βράχο και σκληρό θάμνο
που φιλοξενούν γενεές σπαργάνων λάβδανου
πικρού στην αφή αλλά γλυκού στην όψη
που μας χαρίζουν ισχνά πεύκα με το ζόρι των υπόγειων νερών
που μας τριβελίζουν τα μυαλά με τριζόνια
πράσινη μούχλα να φυτρώνει στα βρεγμένα βράχια
να ρουφάει αχόρταγα το τρεχούμενο νερό που στάζει σταγόνα σταγόνα
να μην αφήνει
να ρίχνουν συμπόσια κάτω απ’ τον ήλιο
ζωή χωρίς κίνηση
να υφαρπάζουν τη σκιά σαν μακαρόνια που κολλάνε στην κατσαρόλα
σαν ρύζι που γυρίζει.

Γύρω μου. Γύρω στον πυθμένα της κουρτίνας που σηκώνεται κάθετη σαν ανεμοστρόβιλος
γύρω στον απέραντο ωκεανό του δρόμου
της γκρίζας διάστικτης σκιάς στον όρμο του ρόδινου αρμού των εποχών
τρένα γραμμών που δε φτάνει η γέφυρα του ανθρώπου
φρένα διαβάσεων ορμητικά κλειστά για στροφές
κάθε είδους πασάγια
και πλάστιγγες αμετανόητες
του βάρους της φαιάς ουσίας ή του αίματος
που ούτως η άλλως ελαφρύνει κατά τάς γραφάς
και οδηγεί στο συκώτι. Ή έρχεται απ’ το συκώτι.

Κι ούτε τα τύμπανα της υπόγειας σκανδάλης
μπορούν να ξυπνήσουν τις ατμομηχανές του νου
γιατί είναι η στιγμή που τα ξάρτια γεμίζουν πειρατές
και το κατσαβίδι δεν αρκεί στη βίδα
και ο σωτήρας της μπανανόφλουδας δεν αρκείται στο χάπι
θέλει σέικερ
δεν αρκείται στο μάτι
θέλει αρκετά μεγάλο τσιγκέλι ώστε.

Advertisements
 

2 Responses to “Οι μαρμελάδες μου”

  1. Να πας να κοιταχτεις οσονουπω.

  2. Βασικά μόλις κοιτάχτηκα στον καθρέφτη και φαίνομαι άθλιος. Πάω να κάνω μια κατάπτυστη εργασία λοιπόν για να νιώσω πως προσφέρω στο κοινωνικό σύνολο.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s