Ohm

Καταραμένα Στιγμιότυπα Και Τέτοια

Τό ζώνμπι Οκτώβριος 4, 2006

Filed under: Κείμενα μεν Ποιήματα δέ — Θρώγκος @ 12:42 πμ

Μία φορά κι ἕναν κωλόκαιρο μέ βροχή στήν ἄκρη τοῦ Χαϊδαρίου, ἕνα ζῶνμπι περπατοῦσε σέρνοντας τά χέρια του στό βραχῶδες παρκέ, μέχρις πού αὐτά ἀποκτοῦσαν εὐωδιαστές πληγές. Τό κέφαλό του ἦτο ἀρκετῶς παραμορφωμένο, δεδιαλυμένο ἀπό τήν χρόνεια σπαζοκεφαλίαση καί εἶχε ὀρθάνοιχτες πληγές πού ἔζεχναν πῦον. Ὁ λαιμός του ἦτο πετσοκεκομμένος ἀπό τίς προσπάθειες πού κατέβαλλε ὁ ἰδιοκτήτης του νά ξυρίσει τίς κατσαρές τρίχες τῶν γενιῶν του, καί ἦτο διάσπαρτο μέ νησίδες τριχώματος πού εἶχαν ξεφύγει ἀπό τό κοφτερό ξυράφι*.

Τό Ζῶνμπι τοῦτο κατεῖχε στήν κατοχὴ του ἕνα Μηχανάκιον, ἕνα ἀγκομαχοῦν ὄχημα κατεσκευασμένο στό σύνολό του ἀπό βροντώδη λαμαρίνα, ἐκτός ἀπό τήν ἠχηρή ἔνρινη κόρνα, ἡ ὀποία ἦτο λαστιχένια. Κάθε ἀπόγευμα, τήν ὥρα κατά τήν ὀποίαν οἰ δεινοί οἰκογενειάρχαι ἔβγαζον τάς οικογενείας τους διά τήν καθημερινήν ψυχαγωγικήν βόλταν στόν κεντρικόν πεζόδρομον τοῦ Χαϊδαρίου, τό Ζῶνμπι, μετά τοῦ ἀγκομαχοῦντος Μηχανακίου, προσπερνοῦσε ἀπό τά σοκάκια τοῦ Χαϊδαρίου, ῥίχνοντας νομίσματα στούς περιπλανώμενους παῖχτες Σαντουριῶν πού περιδιάβαιναν στίς πλατεῖες.

Οἱ παῖχται Σαντουριῶν τό ἠγάπαγαν τό Ζῶνμπι, δι’ αὐτό κάθε πού τούς περνοῦσε λούζοντάς τους μέ ὀβολούς, ἐκεῖνοι ἔπαιζον τό ἀγαπημένον του ἄσμα: τό «Θά ‘θελα νά ‘μουν κηπουρός», τοῦ περίφημου τραγουδοποιοῦ μουζικάντη Εὐάγγελου Γερμανοῦ. Καί κάθε πού τό ἄσμα ἔφτανε εἰς τό σημεῖον «Ἔλα κι ἐσύ, ἀγαποῦλα χρυσή», τό Ζῶνμπι πετοῦσε διά τῆς χαρᾶς, καί τό φρέσκο πῦον στραφτάλιζε στίς πληγές του, ἐξερχόμενο ταχέως καί χλοερῶς.

Καθόσο λοιπόν περιπατοῦσεν τό ζῶνμπι ὑπό τήν βροχερήν βρόχαν καί διαμέσου τοῦ ὑγρού φρέοντος, συνειδητοποίησε πῶς τό Χαϊδᾶρι ἐξάφνου εἶχε παμπολύτως ἐρημώσει· τά φρέσκα παιδία δέν ἔπαιζε εἰς τούς πεπλακοστρωμένους δρόμους, καί οἱ παῖχται Σαντουριῶν εἶχον ἐπιμελῶς σιγήσει. Τήρησε λοιπόν νά διαπιστοποιήσει τήν αἰτίαν τοῦ ἔξαφνου σιγασμοῦ· ἔτεινε τήν κέφαλαν πρός ἑκάστην κατεύθυνσην καί περιδούλεψε προσεκτικοτάτως τό τοπίον.

Δεξιῶν του ἐθρονιάζετο ἡ δενδρόφυτη πλατεῖα τοῦ Δημαρχείου, μέ τήν προτομήν τοῦ Παπαφλέσσου. Ἀριστερῶν του, ἡ λεωφόρος Κατσιπούλια, καί ἡ στάση τοῦ λεωφορείου· ἐμπρός τουνε, ἡ ὁδός Μυξοπόδη καί ἡ στάση τοῦ ὁδείου. Ξωπίσωτ’ ὅμως, διέκρινε ξεπεταγόμενον ἕνα πανώρατο ὁδικό πτηνό, ἀπαὐτά ποῦ τιτιβίζουν ἐς τάς ἑκάστοτες ὁδούς.

Ἦτο ξενόφερτον καί καμπυλωτόν, καί τό πτέρωμά του ἦτο ὠχρό, διασπαρμένο μέ μενεξεδιές καί καρπουζί πιτσίλες καί πινέλες. Εἰς τό τελείωμα τῶν πτερῶν του, κρέμοντο καμαρωτῶς καί περιφανῶς πολύχρωμα Κρόσσια, σχήματος κόκκινου καί χρώματος ἐπιμήκους. Ἐστέκετο ἀγέρωχον κι ἁλμυρόν, ἐκλύοντας κοκόρευμα κἔπαρση στόν περιβάλλοντα χωροχρόνο του.

Ἕτσι, καθὼς ἐστέκοτουν, ξάφν’ ἀπεχαυνώθη κἐξώρμησε πρός τήν κατεύθυνσην τοῦ ζῶνμπι, τό ὀποῖον ἔχασκε σά χᾶνος μπρός στό θέαμα τουτονί. Τό ζῶνμπι λοιπόν τἄχασε· μά δέ μπρόλαβε μήτε νά τἀχάσει, καὶ τό ὁδικό πτηνό εὑρίσκετο ἐκατοστῶν μακριᾶ του. Μέ μία κράση («κρὰς!») συνεκρούσθησαν ὡς κρουστὰ ὄργανα, κι ἐγίνεσαν μαλληὰ-κουβάρια.

Ἐπέρασον ὀλίγες τι στιγμές αἱ ὀποῖαι ἐφάνησαν αἰωνιότατες. Κἕπειτα, τό ζῶνμπι κεχαμένο ἐσηκώθη κἐστάθη στάς πόδας του, μή γιγνῶσκον πούθ’ εὑρίσκετ’ οὐρανός καὶ πούθε γῆ· τό μόνον πο’ ἐνθυμεῖτο ἦτο πῶς, ὅταν καθόταν, κατιτίς ἐκρούσατο ἀπάν’ του. Μονάχ’ ὅταν ἐσηκώθη καὶ τ’ ὁδικό πτηνό, συνειδητοποίησε πῶς τουτοκεὶ εἶχε φταίξει γιά τήν κράση («κρὰς!»).

Δι’ αὐτόν καὶ τό ‘πιασε καὶ τό’ βαλε ὀμπρόστουνε καὶ τό ‘πε: «Μωρέ ὁδικέ πτηνέ, τιντοῦτο πού ‘κανες, ὁέ, τί ‘πέσες σὺ ἀπᾶ μου; Ἐθέλες νά μἀποκτείνεις; Ἐθέλες μή νή μ’ κατατροπώσεις, γιὰ; Ἄμε κιἀπάντα, ζόκωλο!». Τό ὁδικό πτηνό ἀναφτέριασε μιᾶς στιγμῆς, καὶ σουφρώνοντας τό σκόρπιον ἑαυτό του ἀπήντνησε: «Ζῶνμπ’, ὁέ, με βάλαν κατωδὼ νά περιφρούρω τό Χαϊδᾶριμ. Κε ‘τσὶ πῶς ἐκαθόμην, κοζάρω σένα μέ μιὰ καραμπινάρα ΝΑ! μέ τό συμπάθχιο – χωρίς τό συμπάθχιο ΝΑΑΑΑΑΑ! – νά περιστοχεύεις ἀπερίσκεπτα κιἀσύστολα. Κἐλέγω ‘νάμεσᾶ μου «Μήντρομοκράτης ἐστι τουτοσδὼ; Μή θέλει τρομοκράτει;» καὶσ’ περιεργαζόμην· μά ξάφνου, σ’ ἤβλεψα μέ τνή καραμπινάρα νά στοχεύεισι τίς ἄθωις ἀνθρώπις, πο’ ἐπερπάτουν, νά σκοπεύεις τσὶ! Τί νά κάμνω, ὁέ ζῶνμπι; Θά τίς σκότουνες!».

Τό ζῶνμπι ἐκοίτα διεξοδικῶς τήν πτηνούρα, χλευαστικῶς δέ μᾶλλον. «Ρέ πτῆνι, μήπως ἔπιες παραπᾶ’; Μήπως ἔφαες τές ἄγριες μανιτάρες τοῦ Αἰγάλεω; Ὁέ; Ἴτς! Πᾶς καλῶς; Ποὺ τνἦδες τνή καράμπιναρα ΝΑ! μέ τό συμπάθχιο καὶ χωρίς τνο ΝΑΑΑΑΑΑ!; Πότεθ’ ἐκράτουν γὼ τινά καράμπινα; Γιά καὶ ξηγήσου, ἀμέ!». Καί τὡδικό πτηνό ἐξήγει: «Νά τνή, ὁέ, τηνε κρατάζεις στή δεξά σου χείρα! Νά τνή!». Καὶ κάμνει νά γυρίττει τό κεφᾶλο του τό ζῶνμπι, καὶ καθορεῖ μιά ΝΑ! καραμπινάρα, μέ τό συμπάθχιο – χωρίς τό συμπάθχιο ΝΑΑΑΑΑΑ! – τεθρονιασμένη στή δεξά μασχάλνη τουν.

Καὶ παραξενεμένο τηνε πιάνει, τηνε σηκώνει, ἐστοχεύει τ’ ὁδικό πτηνό καὶ ΜΠΑΜ! του ξετινάζει μ’ ἕνα κρότο τά λιγδιασμένα του μυαλά εἰς τόν ἀέρα, καὶ περχύνουν τόν ὁδόστρωμα.

Μέ τό συμπάθχιο κιὅλα.
______________________________________________________________
*Τό Ζῶνμπι διατηροῦσε τό ξυράφιον κοφτερό μέ τήν μέθοδον τῆς πυραμίδος.

Advertisements
 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s