Ohm

Καταραμένα Στιγμιότυπα Και Τέτοια

Ραντεβού Ιουνίου 12, 2014

Filed under: Διάφορα — Θρώγκος @ 2:11 πμ

Πιστός στις υποσχέσεις που έκανα στον εαυτό μου, λίγο μετά τη λήξη της εξαμηνιαίας προθεσμίας ήρθα να βγάλω για λίγο το μπλογκ μου απ” το λήθαργο. Γεια σου μπλογκ. «Γεια σου Θρώγκε». Τι κάνεις; «Βαριέμαι εδώ πέρα, έχει μοναξιά». Ξέρεις δε φταίω εγώ, πήγα να γράψω ένα Πολύ Σημαντικό Άρθρο για τις Κουλτούρες και με έκραξαν και μετά δεν το έγραψα ποτέ. «Είσαι ένας χέστης, και επίσης είναι όλα δικαιολογίες». Μααα… «Μαδρουγάδα». Εντάξει, έχεις δίκιο πως κοροϊδεύω τον εαυτό μου τελικά. «Στα λόγια μου έρχεσαι. Κάτσε τώρα και γράφε». Ωραία.

Οι σχέσεις ανατολής και δύσης άρχισαν να υπάρχουν όταν αυτές οι δύο έννοιες ξεχώρισαν, στην αυγή του κόσμου και του γνωστού σύμπαντος. Στην αρχή των πάντων δεν υπήρχε δύση και ανατολή, καθότι αυτές μοιράζονταν μισές-μισές μεταξύ του βορρά και του νότου, που με τη σειρά τους δεν υπήρχαν γιατί τίποτα δε γύριζε γύρω από τίποτα και επίσης δε φυσούσε από πουθενά. Ήταν ένα βαρετό μέρος να μένει κανείς, γι” αυτό και όλοι μετακόμισαν εκεί αρκετά δισεκατομμύρια χρόνια αργότερα.

Κάποια στιγμή όμως, η δύση αποφάσισε ότι υπάρχει – το αστείο της υπόθεσης ήταν ότι η άποψη που είχε για τον εαυτό της ήταν δισδιάστατη, ενώ η πραγματικότητα ήταν λίγο πιο σφαιρική. Γι” αυτό, όταν η δύση ανακάλυψε ότι υπάρχει κάτι πιο δυτικά από την ίδια, το κατέκτησε. Έπειτα πήγε ακόμη πιο δυτικά και πήρε κι ένα κομμάτι της ανατολής, σε αντιπερισπασμό, από πίσω! Και εντοπιώθηκε εκεί, σα να λέμε εγκαταστάθηκε, και έφτιαξε δύση εκεί που ήταν άπω ανατολή, σα να λέμε τέρμα ανατολή, δεν πάει άλλο, γκρεμός.

Και τι συμβαίνει όμως με τις κουλτούρες; Αυτές παιδάκια μου είναι σαν τα φύκια: δεν πεθαίνουν ποτέ, και ενίοτε όταν τα τρως δαγκώνεις μαργαριτάρια. Η δυτική κουλτούρα είναι απ” τις κουλτούρες η πιο ύπουλη: κατάφερε να γίνει αόρατη πριν ξεκινήσει ο πόλεμος των πολιτισμών (sic), κατάφερε να μας κάνει όλους να προσπαθούμε να είμαστε ανταγωνιστικοί και να τερματίζουμε πρώτοι για να κερδίσουμε το έπαθλο της παγκόσμιας ασημαντότητας. Κυρίως, κατάφερε να θυμώσει πάρα πολύ τον Θρώγκο, αυτό τον ταπεινό της φορέα, που αρχίζει και εκνευρίζεται πάρα πολύ με τις καπιταλιστικές ανάγκες της αγοράς και την αδυναμία του να κάνει το οτιδήποτε χωρίς λεφτά, αρκετά λεφτά, τα οποία του λείπουν και τα ψάχνει.

Εξερευνώντας την ψυχολογική δυστοπία του καπιταλισμού, ο Θρώγκος ανακάλυψε πως όλες οι χαρές του ήταν μολυσμένες με το μικρόβιο της προσωρινότητας, της αβεβαιότητας, του φλεξικιούριτυ/ΕΥΕΛΦΑΛΕΙΑ, και πριν ακόμη καταργηθεί ο όρος από τα ελληνικά (και εξαφανιστούν όλα τα τεκμήρια ύπαρξής του – ψάξτε στο γιουτιούμπ), ερωτεύτηκε σφόδρα.

Κάπου εκεί σταμάτησε και να γράφει πολύ, και το μπλογκ του θύμωσε. Θύμωσε διπλά: και με τον καπιταλισμό, και με τον γραφιά του, και με την κενωνία όλη και κυρίως με τη δύση αυτή τη ρυπαρή βρωμερή δυτική δυτικίλα που τα πήρε όλα και τα έκανε μαντάρα. Έπειτα γέμισε τους πάντες με ενοχές και κατάθλιψη. Όμως ο Θρώγκος αδιαφορούσε και αδιαφορεί γιατί πατάει στα σύννεφα, εκτός από όταν βρίσκεται μόνος και δε σκοτώνει το χρόνο του σε ανούσιες επαγγελματικές αναζητήσεις. Κατά βάθος θα ήθελε να κάνει πολύ διαφορετικά πράγματα, αλλά προτιμά να συζητά με τις ώρες τα συναισθήματά του παρά να γράφει ιστορίες, ή ιστορία, ή ό,τι τέλοσπάντων σκατά θέλει να κάνει.

«Ευχαριστώ». Όχι εγώ ευχαριστώ. «Να φας σκατά». Χαίρετε

 

Morning wood pages #7 Δεκεμβρίου 22, 2013

Filed under: Διάφορα — Θρώγκος @ 2:46 μμ

Όλα είναι αφρός, διότι όλα είναι. Στον πυρήνα των πραγμάτων συμβαίνουν αντιδράσεις που τραβολογάνε δίχτυα από σχέσεις και τους κουτουλάνε τα κεφάλια, έτσι ώστε  να βγαίνει άπλετος αφρός, άπλωτος, απλός. Την τρίτη μέρα της δημιουργίας,  όλα έβγαζαν αφρούς από τη λύσσα διότι η λύσσα κατέβηκε στον κόσμο από το σύμπαν της ανυπαρξίας και μας δίδαξε τους νόμους των αφρών και των στομάτων. Μιλάμε για νόμους αυστηρούς αλλά όχι κατηγορηματικούς: με συνέπεια ένα μπάχαλο. Το μπάχαλο, όπως όλοι ήδη ξέρουμε, παράγει αφρούς, και αυτοί επιπλέουν πάνω σε οτιδήποτε γιατί από κάτω δεν έχουν κάποιο υγρό (βέβαια κάποια στιγμή υγροποιούνται όπως οι αφροί του φραπέ και οι φραγμοί των φράκων).

Κέντρο και κολοφώνας της δόξας του αφρού ήταν η Αφρική. Μια ήπειρος γεμάτη αντιλόπες και σαφάρι, ποτέ δεν είχε καταφέρει να αναρριχηθεί μέσα από τους αφρούς προς το φως διότι της μπλόκαραν το δρόμο τα όρνεα του Αλαντίν. Οι πολύχρωμοι αφροί ήταν σα βγαλμένοι από μαρέγκα: ευγενική χορηγία των θηλαστικών  τα αυγά ελεφάντων, κεντημένα με περίτεχνα αραβουργήματα. Τα τσόφλια αποτέλεσαν πρώτη ύλη για την κατασκευή βιοκλιματικών πράσινων σπιτιών, τα οποία αξιοποιούσαν τη δυναμική ενέργεια του αφρού για να παράγουν οξυγόνο και άλλα πράσινα αέρια, μεθάνιο, θείο, πολώνιο, μονοξείδιο του αζώτου. Οι φυσαλίδες είναι παραγεμισμένες με πιθανότητες, κι όταν σκάνε οι πιθανότητες σκορπίζονται στον άνεμο.

Βαθιά σε μια λίμνη της Αφρικής κρύβεται η σκιώδης κυβέρνηση. Μια κυβέρνηση ψαριών, παρ’ όλα αυτά όμως συνολική, τόσο ευκατάδεχτη που ακόμα κι αν δεν είσαι ψάρι, είναι δική σου αρκεί να βγάζεις αφρούς από τα βράγχια. Οι δυνάμεις της είναι απελευθερωτικές και πολλές φορές ακατανόητες. Στα γεύματα της σκιώδους κυβέρνησης σερβίρονται τεράστιες πιατέλες με πλαγκτόν, πλαγκτόσουπες και στα ψηλά ποτήρια σαμπάνιας αφρίζει το αλατόνερο, και ο αφρός του είναι σκληρότερος κι από αφρολέξ αλλά τοποθετείται σε ειδικές φιάλες και με ένα περίπλοκο σύστημα τροφοδότησης, αντλιών, φραγμάτων, υδραγωγείων, πίεσης και αποσυμπίεσης, με κουλουριασμένα λάστιχα, ραντάρ, καταπέλτες, προπέλες, φυγοκέντρηση, και ανάμεσα σε αυτά ένα αναρίθμητο πλήθος τσιμούχας για να προλαβαίνονται οι διαρροές.

Οι απατεώνες κλέβουν τους αφρούς και τους εγκλωβίζουν σε ανήλιαγα υπόγεια. Αυτή η διαδικασία  του ξαφρίσματος λαμβάνει χώρα τη νέα σελήνη γιατί όταν η σελήνη είναι νέα και όχι γιαγιά είναι πιο εύκολο να αποκρυφτεί η αντανάκλαση του φωτός πάνω στις φυσαλίδες και οι αφροί να μη φαίνονται τόσο έντονα από τους ειδικούς κάμεραμεν που κρέμονται από εναέρια λιφτ των συστημάτων παρακολούθησης του αφρού (ΣΠΑΦΡΟΥ). Η σκιώδης κυβέρνηση συχνά τους χαρίζει κοχύλια, αλλά όταν τα κοχύλια είναι τζούφια οι κάμεραμεν τους παίρνει ο ύπνος απάνω στις κρεμάλες τους και ξεχνούν να τραβήξουν τα καίρια σημεία του αφρού, τα πιο ευάλωτα στους απατεώνες. Κάθε μεγάλο ξάφρισμα είναι ένα μεγάλο πλήγμα για τα ψάρια: τα κοπάδια τους αναμπουρμπουλιάζουν σα τρελά για να γίνει περισσότερος αφρός, και οι σαμπάνιες σχεδόν αποκληρώνονται προσπάθεια της αναπλήρωσης.

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά τίποτα. Με λιγότερη σιγουριά όμως δεν μπορεί κανείς να πει πως υπάρχει ένα τέλος στον αφρό πέρα από την ιστορία. Διότι οι μεγάλοι προφήτες της Αφρικής δε δίνουν μια συγκεκριμένη απάντηση στο προαιώνιο ερώτημα αν προήλθαμε εμείς από τον αφρό ή ο αφρός προήλθε από μας. Όσες σαμπάνιες κι αν χυθούν στα βράγχια, όσα πλαγκτόν κι αν εκπαιδευτούν από μικρά έτσι ώστε να αναπτύσσουν αυτοσυνείδηση, όσο κι αν απλώνονται οι βιοκλιματικές φάρμες που αναπαράγουν το βιοκλίμα, τα ομιχλώδη αέρια, οι σκιώδεις κυβερνήσεις, όλα τα άπατα πηγάδια της φύσης που ξερνούν ντετόλ κι άλλα αποστειρωτικά προϊόντα σε μορφή γέλης, όσο κι αν ροκανίζουν τις καμπάνες οι στρουθοκάμηλοι, η απάντηση είναι μία: αφρός.

 

 

Παρατώ Νοεμβρίου 6, 2013

Filed under: Διάφορα — Θρώγκος @ 1:40 πμ

Το παράτησα λίγο το μπλογκ. Δε φταίει αυτό, φταίει που ο υπολογιστής μου είναι παλιός και όποτε πατάω μπακσπέης για να κάνω μια διόρθωση, αυτό κολλάει και μου διαγράφει όλο το κείμενο λες και όλο το κείμενο είναι ένα τεράστιο τυπογραφικό λάθος (υπογραμμισμένο με τεθλασμένη κόκκινη γραμμή). Το παράτησα γιατί άρχισα να γράφω ένα βιβλίο, μετά το παράτησα κι αυτό για να διαβάσω θεωρίες για τα πάντα, μετά παράτησα και τις θεωρίες για να γράψω μια πτυχιακή, αν την παρατήσω κι αυτήν ζήτω που καήκαμε (μας παράτησαν οι πυροσβέστες στο έλεος της φωτιάς). Θα επιστρέψω όμως, και όταν θα γίνει αυτό είμαι σίγουρος πως δε θα θυμάμαι τα πασγουόρντ και τα λογκήν. Φιλιά από τη Μπισκωτία.

 

Ο επιτάφιος θρήνος Μαΐου 3, 2013

Filed under: παράνοια — Θρώγκος @ 6:25 μμ

Ο επιτάφιος θρήνος· περισσότερο μοιάζει με αναστεναγμό ανακούφισης. Αντικανονικά: με μια αναστροφή του δοσμένου νοήματος ντριμπλάρει επιδεικτικά και στο στενό μαρκάρισμα μεταξύ σημαίνοντος και σημαινομένου (ή μήπως marked-unmarked;) η στρογγυλή έννοια ακολουθεί τον – «φύσει» – δρόμο της αδράνειας και βγαίνει άουτ.

«Εγώ· το κενό της απουσίας σου μου αδειάζει την έλλειψη, σαν αφαίρεση του μη-υπάρχοντος από το μη-είναι. Οι βρώμικές σου κάλτσες από φετίχ έγιναν τοτέμ κι από τοτέμ έγιναν χρηστικό αντικείμενο. Βρωμούν τόσο που με στέλνουν στη χέστρα, κι εγώ γράφω, γράφω, γράφω.»

Ο επιτάφιος θρήνος είναι νεκρός μπροστά στην πραγματικότητα που εξωτερικεύεται σαν πάταγος (κρότος;), χάνει πόντους από το σχεσιακό κομμάτι· είναι ένας θρήνος για την έλλειψη ολοκληρωμένου συστήματος ερμηνείας του κόσμου, ένας λυγμός μπροστά στην πολλαπλότητα και το ποικίλο χάος (συχνά τείνει προς το λευκό, γκρι ή σκατί). Με κάνει να ντρέπομαι γι” αυτό διότι αναγνωρίζω την πλάνη του, όπως και τη δικιά μου πλάνη, ότι αυτό πλανάται. Ή με άλλα λόγια (ή πιο λόγια) ουδείς εκ των δύο δε δύναται να αναγνωρίσει τη φαυλότητα της αντιθέσεως μεταξύ της συστηματοποιημένης και της αντάρτικης σκέψης, μα εγώ-

«Εγώ. Εσύ. Ένα ποιμενικό παστέλ τοπίο στα όνειρά μας, οι ζεστές κατσίκες και τα άλογα που μασουλούν γλυκά το κόκκινο χαλί του έρωτά μας. Ένα δάκρυ μου κυλά – ή μήπως ιδρώτας; – καθώς πριονίζω τα δέντρα που μας χωρίζουν. Εγώ. Εσύ. Ο σπισισμός. Η καπιταλιστική συνθήκη. Τα αφηρημένα ουσιαστικά, οι προτάσεις δίχως ρήμα. Οι τελείες. Τα κενά ανάμεσά τους. Τα κενά ανάμεσά μας.»

Ο επιτάφιος θρήνος, είναι κρίμα, θα μπορούσε να είναι μια επιτάφια γιορτή, ένα πατρινό καρναβάλι που επιτέλους νίκησε την καθαρή Δευτέρα που το πνίγει. Στην πραγματικότητα ένα προτάφιο άγχος για τους λάκκους που περιμένουν τα ηδονικά μας σώματα· αν αναγνωρίζαμε την ανακούφιση της ανυπαρξίας ως συστατικό ενός σπιράλ μεταξύ αυτής και της ύπαρξης, και αν οι ψυχίατροι ήταν πιο πρόθυμοι να συνταγογραφήσουν για διάφορες κοινωνικά κατασκευασμένες ψυχικές παθήσεις και να χαρίζουν ψυχοφάρμακα στους ασφαλισμένους, τότε ο επιτάφιος θα μπορούσε να είναι  μια υπαίθρια ψαραγορά σ” όλη την πόλη απλωμένη, σα χταπόδιο που αποτελείται από άλλα χταπόδια (σημ. φράχταλ σαηκεντέλι). Εγώ όμως-

«Εγώ. Εμείς. Μια κληματαριά με δυο ρίζες, δυο κεράσια, δυο φύλα, δυο φύλλα δηλαδή τα δυο σκέλια μιας πευκοβελόνας. Η σκοτεινή μου κάμαρη είναι πιο σκοτεινή δίχως σου, και πιο πικρή, μυρίζει κλεισούρα και όχι γλάσο σοκολάτα. Οι σοκολάτες πιο πικρές, διαιτητικές (σημ. δηλαδή σχετιζόμενες με τη δίαιτα και όχι με τους διαιτητάς), οι λεμονάδες όχι τόσο ξινές (δίχως την ξυνίλα του γαριασμένου σου σωβράκου). Εγώ, ένα ράκος, σκέτος σωβράκος. Εμείς, ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι στη Φυλής (από τους πρόποδες της γης). Εσείς (ποιοί εσείς);. Εμείς λοιπόν μια παραβιασμένη παρένθεση στη σκληρή συνθήκη του βιωμένου κόσμου. Αγγίζω το άγγιγμά σσου και βλέπω το βλέμμα σου. Τι είναι; (απάντηση: η διϋποκειμενικότητα)»

Δε θα υπήρχε επιτάφιος θρήνος χωρίς κρίνο. Δε θα υπήρχαν δεκάποντες πλατφόρμες χωρίς την αναβλημένη φιλοδοξία του πύργου της Βαβέλ. Δε θα υπήρχε καμία νύξη για τα φύλα αν τα ίδια δεν τσεκούρωναν τον κορμό τους με ευλάβεια. Δε θα υπήρχε αυτό το κείμενο αν δεν είχε πέσει το ίντερνετ. Μα αυτό ήρθε, και μαζί του το τέλος:

ΙΝΤΕΡΝΕΤ

εεε συγνώμη

THE END

 

Παντζουρόφυλλα Απριλίου 24, 2013

Filed under: Διάφορα — Θρώγκος @ 12:36 πμ

Είναι ένα φως στην απέναντι πολυκατοικία που δε σβήνει ποτέ, ούτε γιαγιάδες ούτε παππούδες ούτε εγκατάλειψη ούτε πρεζάκια, είναι απλά το βάρος του πνιξίματος που πέφτει ολοένα στην πόλη, μια πόλη που μου ανήκει όσο μου ανήκει η βαθιά λαχανιασμένη ανάσα που ρουφάει όλο το καψαλισμένο σύννεφο που βγαίνει από την εξάτμιση του πούλμαν ανεβαίνοντας την ανηφορική Ακαδημίας. Ναι, ο πισσασκοτάδι τύφλα δρόμος της πανεπιστημιούπολης τα βράδια είναι δικός μου κατά κάποιον τρόπο, είμαι κι εγώ σκοτεινός κατεβαίνοντάς τον, επίσης συνήθως κρυώνω, στηρίζομαι στα χέρια, τεντώνω εναλλάξ το δεξί και το αριστερό πόδι χάριν συμμετρίας στον άξονα του χρόνου. Δεν ήταν πάντα έτσι, τώρα σαν να βγήκα με ένα τεράστιο φαράσι και μια μεταφυσική σκούπα και μάζεψα τον εαυτό μου από διάφορα σημεία που τον είχα εναποθέσει, σοκάκια, σκάλες, πεζούλια, σπίτια, οθόνες, θάλασσες, μαγαζιά, χώρους και δίκτυα, ταυτότητες, δυναμικές, προτζέξιο, διαστάσεις του χρόνου της ύπαρξης της μεταφυσικής και των νοημάτων. Κάπως σκούπισα και τα βροντερά κατηγορήματα, τις πανηγυρικές, κάπως σαν το μόνο που μου απέμεινε σαν μικρή φλόγα πίστης να είναι το πάρσιμο των βουνών, μια ακραία συνθήκη που θα επιλύσει ή καλύτερα θα κόψει το πλέγμα των σκέσεων που με βαραίνει ως περιθώριο, δηλαδή μια έκρηξη ή μήπως μια καλά υπολογισμένη διαδικασία ενεργειών με λυτρωτικό χαρακτήρα – ίσως όχι τόσο ανώδυνο για κάποιους ανίδεους ανθρωπάκους. 

 

Αρθρωρση Μαρτίου 3, 2013

Filed under: Διάφορα — Θρώγκος @ 11:50 μμ
Tags:

Η περιοδική μουσική επιτέλεση πιθανότατα αφαιρεί λίγη από τη μαγεία της όμως την μοιράζει στον χρόνο που την περιτριγυρίζει, προκαλώντας μια ισορροπία μαγειών σε ένα γενικό επίπεδο – χωρίς απαραίτητα αυτό να είναι καλό ή κακό. Αν κάθε μουσική επιτέλεση είναι μια “κατάθεση ψυχής’, πότε ακριβώς τελειώνει το απόθεμα, και επίσης τι είδους λογαριασμός γεμίζει με αυτή την “κατάθεση’; Μήπως γεμίζει ένα απύθμενο πηγάδι έκφρασης το οποίο στέκει κάπου απομονωμένο μέχρις ότου φτάσει σε σημείο πρόσβασης του κουβά, κι έπειτα απλά σκύβουμε και μαγγανίζουμε και ξερνάμε χρωματιστά νερά; Η καθημερινή μουσική επιτέλεση είναι μια επιτέλεση σαν όλες τις άλλες, απαιτεί ενέργεια και χαρίζει ηδονή, αφαιρεί τα χρώματα και τα ξερνάει σε ένα πηγάδι, όπως η οχτάωρη παραμονή ενός ταμία σουπερμάρκετ. Ένα πλαίσιο όπου τα πάντα στη ζωή και τον κόσμο εξηγούνται με βάση ένα και μόνον νοητικό σχήμα είναι ένα πλαίσιο χαράς. Η καθημερινή μουσική επιτέλεση είναι μια πράξη μετάνοιας απέναντι σε έναν θεό που ενσωματώνεται/παρουσιάζεται σε τραγούδια-τοτέμ που συμπυκνώνουν πανανθρώπινες ιδιότητες. 

Επίσης, ΦΥΤΑ - Βρέφη Σαλάτας

 

Τι μπαχτίν μου τσαμπουνάς Ιανουαρίου 29, 2013

Filed under: παράνοια — Θρώγκος @ 1:14 πμ

Ένας κάποιος πολιτισμικός σχετικισμός θα προέτασσε πως η έκσταση – ή μάλλον η πλήρης μέθεξη σε έναν διαφορετικό, πιο σωματικό τύπο εμπειρίας – είναι γνώση. Σε τέτοιο σημείο που μια έντονη σωματική και αισθητηριακή εμπειρία, προκαλουμένη από χορό και μουσική, σε συνδυασμό ή εν απουσία ουσιών, μπορεί να καταστή εφάμιλλη της ανάγνωσης ενός επιστημονικού άρθρου. Η συλλογική έκσταση μιας μαχητικής πορείας είναι γνώση βαθύτερη – διυποκειμενική – σε σχέση με μια μοναχική ψυχεδελική εμπειρία παρά φύσιν, η οποία αντιστοιχεί ίσως με την καταπονημένη ανάγκη για συντροφιά που εκφράζει η ομαδική εκτέλεση ενός ριζίτικου, ή ενός μοιρολογιού.

Ιδωμένα από μια λογική αντιστροφής της πολιτισμικής ιεραρχίας, το χωροχρονικά τοποθετημένο βίωμα του δυτικού ανθρώπου, ξεκομμένο από τα δεσμά του ορθού λόγου, μπορεί να συγκριθεί σημείο προς σημείο με κάθε μεγάλο πολιτισμό, και ίσως σε ένα να βγει κερδισμένο: στην συνεχή επιμονή του στοχασμού να προσεγγίζει το άγνωστο ή το διαφορετικό.

Τεκμήριο:

Εκτός του επιστημονικού μου πεδίου ευθαρσώς δηλώνω πως βρίσκω το ποιητικό κείμενο γαργαλιστικό, τις αναδιπλώσεις απαλές και κυματιστές και τις ανταπαντήσεις πολύ παιχνιδιάρικες. Ο κλαρινίστικος φωνητικός χειρισμός των δύο διαφορετικών μελωδικών θυμάτων της Φεγγαροπρόσωπης μυρίζει αστικίλα, παρόλο που στ” αυτιά μας ηχεί ίσως πανηγυρτζίδικα – μη ξεχνάμε πως πριν τον 19ο αιώνα και τον ερχομό του κλαρίνου ο δυσκίνητος  ζουρνάς μονοπωλεί αρκετά στη στεριανή ελλάδα παρέα με το νταούλι, πράγμα που δεν προσφέρεται για ιδιαίτερα περίτεχνες μελωδικές κατασκευές και απλωμένες οκτάβες. Ο τετράσημος ρυθμός σίγουρα σηματοδοτεί συγκεκριμένα νοήματα στο πολιτισμικό συγκείμενο των οθωμανικών Ιωαννίνων που αδυνατώ να ανιχνεύσω, όμως μπορώ να αντιπαραβάλλω με τους τρίσημους ρυθμούς του τσάμικου και των πολυφωνικών ηπειρώτικων τραγουδιών που συνυπάρχουν στην περιοχή.

Το «Δόντια πυκνά» μου βγάζει οδοντιατρικό φετιχισμό. Ας ρίξουμε το επίπεδο με λίγο Αντώνη Απέργη

 

 
Follow

Get every new post delivered to your Inbox.